5 Αυγούστου 2007

Έχεις κάποια ιδέα;

Έχεις κάποια ιδέα? Θα κάνω μία βόλτα μέχρι το τέρμα του δρόμου. Θα περάσω από τα ψηλά, γέρικα δέντρα μπροστά στην ακτή που πάντα με αναζητούν με προσμονή. Λίγο πιο κάτω θα συναντήσω μια βάρκα, αναποδογυρισμένη, χρόνια πολλά παρατημένη πάνω στην αμμουδιά. Θα σταθώ εκεί και θα πετάξω λίγες πέτρες προς τη θάλασσα σαν να καταθέτω σε αυτή μικρά τμήματα από τη ψυχή μου. Ο ήλιος θα έχει δύσει μέχρι τότε και θα κατηφορίσω μέσα στο σκοτάδι μέχρι να σε βρω στο όμορφο θαλασσινό λιμανάκι πέρα από τα μεγάλα βράχια, εκεί που σε γνώρισα. Θα σε βρω να κάθεσαι πάνω σε ένα βραχάκι, αγναντεύοντας τα γαλήνια νερά. Δε θα πιστεύω στα μάτια μου, μα και ούτε σε καμία μου αίσθηση ότι είσαι αλήθεια εκεί, μπροστά μου, τόσο κοντά μου. Θα χάσω το νόημα. «Έχεις κάποια ιδέα;», θα με ρωτήσεις. Δεν έχω καμία, δεν έχω καμία! Καμία! Ότι αγαπάω, μου διαφεύγει, μου ξεφεύγει… στον αέρα σαν καπνός που παίρνει ο άνεμος μακριά και σκορπίζεται για πάντα. Μπορώ να σου μιλάω για πάντα, όσο ζω κι ίσως και πιο μετά. Κι εσύ μόνο θα μου απαντάς, μονολεκτικά κι αβέβαια. Πάλι θα ρωτάω και πάλι θα με μπερδεύεις όλο και πιο πολύ. Θα σταματήσω όμως αυτήν τη στιγμή και θα σταματήσεις κι εσύ αμέσως. Θα κάτσεις και θα με κοιτάς από μακριά, περιμένοντας με αμηχανία. Πήγαινε να κοιμηθείς και σε παρακαλώ... μη ξυπνήσεις ποτέ.