1 Ιουνίου 2007

Suralala to u (Σουραλάλα προς εσένα)

Ότι δεν έχω... ε σιγά... Το δημιουργώ. Ότι δεν μπορώ να δημιουργήσω... ε σιγά... Δεν το έχω. Ότι θα ήθελα να έχω για να αναπνεύσω... ε σιγά... Το ξεχνάω στο super market μαζί με τα ψώνια. Θα το ξεχνάω ξανά και ξανά. Και όλο γυρνάω να τα βρω εκεί που θυμάμαι ότι μπορεί να τα είχα αφήσει, αλλά ποτέ δε τα βρίσκω. Είμαι σίγουρος, μου την έχουν στημένη, μου τα κλέβουν χωρίς κανένα ενδοιασμό. Και εγώ τους λέω ευχαριστώ και τους συμπονώ. Αλλά δε ξέρω και σίγουρα, μπορεί κι εγώ στη θέση τους το ίδιο να έκανα.


Κοίταξε να δεις, αν και ήδη το γνωρίζεις. Ένα τσιπάκι έχουμε εμφυτευμένο κάπου μέσα στο τετράγωνο κεφάλι μας. Ένα μικρούλι. Όταν σφίγγουμε τα χέρια, όταν τα μάτια μας κραυγάζουν και όταν ακούμε τον ήχο της αγάπης, το τσιπάκι δε λειτουργεί καλά. Κατά συνέπεια, δε λειτουργούμε όπως αρμόζει σύμφωνα με τα πρότυπα των μεγάλων καθοδηγητών. Το καλό τσιπάκι όμως κατανοεί και συγχωρεί, εκτός μόνο αν κάποια φορά ξεχαστεί, αλλά σπάνια.


Λοιπόν, το καλό μου φιλαράκι, είπε για τον θησαυρό, πως θέλει κυνήγι. Το κυνήγι του θησαυρού και πώς πέρασα φέτος τις διακοπές μου στα μάτια σου... Καλά ήταν οφείλω να ομολογήσω, αν και από μακριά. Από μεγάλη απόσταση, πάντα, σαν από πλοίο που αναχωρεί και από το κατάστρωμα δακρύζεις προς το παρελθόν. Παρήλθε και αυτό, παρήλθε και το άλλο και έμεινα ρηχός, ένα μέτρο και ζήτημα είναι. Εσύ πόσο βαθιά έφτασες δε θα μάθω αν δε σε δω καλά, που δε με αφήνεις. Πάντως πιστεύω πολύ βαθιά, γιατί σε ξέρω τι μπορείς να κατανοήσεις. Όταν είδες κάτι μεγάλα άσπρα πουλιά να πετάνε στον ορίζοντα, μου είπες να τα ακολουθήσω. Κι εγώ πήδηξα ψηλά στον αέρα, προς τα εκεί... Πλησίαζα και πλησιάζα, λίγο λίγο και τότε, για μια στιγμή, είδα ένα μάτι, γιγάντιο, με ανοιχτοπράσινη κόρη. Δε κοίταζε εμένα. Έπεσα από το κατάστρωμα του πλοίου, στη θάλασσα, στο ανοιχτό πέλαγος. Γύρω στο ένα μέτρο και ζήτημα είναι.


Δεν είπα όμως ότι το τσιπάκι πολλές φορές σε έσωσε από τους κλέφτες των ονείρων. Ναι, ναι! Δεν το συνειδητοποιείς αλλά αυτό σου έδωσε το ερέθισμα να γυρίσεις τη πλάτη σου στους μπαμπουΐνους, οι οποίοι αφού μέσα σε ένα δευτερόλεπτο έχασαν την αξία τους, μεταμορφώθηκαν σε μεγάλα άσπρα πουλιά και μας ποζάρουν ως κάτι δήθεν ανώτερο. Ναι, ναι! Ωχ, μανούλα μου, τι το ήθελα να σηκώσω το βλέμμα. Βλέπω πάλι τα βουνά... Το τσιπάκι μου όμως δυστυχώς δεν «πιάνει» πέρα από αυτά τα βουνά και για αυτό θα σταματήσω... θα σταθώ εδώ και θα τα κοιτάζω. Κάποια στιγμή νομίζω σε είδα επάνω στην πιο ψηλή κορυφή... ή μήπως ήταν ιδέα μου... κάποιος ήταν εκεί σίγουρα. Στείλε μου σε παρακαλώ να μου πεις.


Παντοτινά δικός σου,

Μέτριος.