16 Απριλίου 2007

Micro Trip 4

(Written in greek only)

Αν μια επιφάνεια είναι σκληρή σαν πέτρα ή μαλακή σαν σφουγγάρι, κάποιες φόρες, δύσκολο να ξεχωρίσω... Τι πρέπει να κάνει κάποιος για να το βρει με σιγουριά? Να αγγίξει? Να ζουλίξει? Να γευτεί? Να ακούσει? Να κοιτάξει? Να κοιτάξει καλύτερα? Ή μήπως... να κοιτάξει πέρα από την επιφάνεια? Πολλά μπορεί να ανακαλύψει σε μια τέτοια περίπτωση. Μάλιστα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα από πίσω να δει μεγάλη φωτιά να καίει μαύρες σακούλες γεμάτες σιχαμερά σκουπίδια. Μη μπεις στον κόπο να ρωτήσεις ποιανού είναι. Όλοι θα σου πούνε ότι δεν είναι δικά τους, ότι άλλοι τα παράτησαν εκεί. Λίγο αργότερα, ένας περαστικός θεός τους έβαλε τη φωτιά, με φλόγα που βγήκε από μια εκπνοή του.

Αυτά μάθαμε τον παλιό καιρό. Τον καιρό που οι αισθήσεις ταλαντεύονταν με φρενήρεις ρυθμούς. Ζεστά υγρά έτρεχαν κάτω από τα ανέμελα πόδια μας. Και κάποιες φορές αιωρούμασταν για λίγα δευτερόλεπτα, λίγο πιο ψηλά, λίγο πιο ψηλά, έπειτα πάλι κάτω. Σήμερα μπορούμε να στηριχτούμε και στο ένα μας πόδι για αρκετή ώρα. Όμως φαίνεται γελοίο.

Ένα βράδυ, δε πάει πολύς καιρός τώρα, έπιασα τον εαυτό μου να παίζει κουτσό με κάποιους ξένους. Πέντε άτομα ήμασταν και άλλοι οχτώ με δέκα, γύρω γύρω, παρακολουθούσαν με βλέμμα αποχαυνωμένο, κάποιοι με στόμα ανοιχτό, στέκονταν καμπουριασμένοι, ξεχασμένοι. Θυμάμαι να κάνει υπερβολική ζέστη, σαν ψεύτικη αλλά πρέπει να ήταν σαν αυτή που δημιουργείται από τη μοχθηρία του συνολικού μυαλού. Ένα αλματάκι εδώ και μετά εκεί στο ένα πόδι ήταν όλο και όλο αυτό που έπρεπε να κάνουμε. Μου φάνηκε πανεύκολο και όταν ήρθε η σειρά μου γρήγορα τα κατάφερα. Μετά έμεινα στην άκρη να παρακολουθήσω και τον τελευταίο συμπαίκτη μου. Ήταν ένας μεσήλικας, γκριζομάλλης με φουσκωμένη κοιλιά. Ένα, δύο, τρία άλματα, καλά τα πηγαίνει, λίγο θέλει για να τερματίσει. Ένα ακόμα, όμως αβέβαιο και ταλαντεύεται επικίνδυνα. Εκνευρίζεται και βρίζει δυνατά. Και τότε αμέσως, όλοι πετάγονται, γυρίζουν και αρχίζουν να τρέχουν προς κάθε κατεύθυνση με όλη τους τη δύναμη, όσο πιο γρήγορα μπορούν κι ακόμα πιο γρήγορα. Εξαφανίστηκαν. Μη ξέροντας πώς να αντιδράσω, απλά έμεινα εκεί που ήμουν. Απέναντι μου είχα το συμπαίκτη μου στο ένα πόδι να με κοιτάζει με παράπονο αλλά και οργή. Έπειτα σήκωσε το κεφάλι του όσο μπορούσε προς τα πάνω, κοιτάζοντας τον ανύπαρκτο ουρανό και έκλεισε τα μάτια. Έμεινε έτσι εκεί για πάντα...

Φυσικά το παιχνίδι συνεχίζεται, αναμένεται απολαυστικό... Και μετά σου λένε να μη φοβάσαι να ανοίγεις τρύπες στη θάλασσα... Πολλοί το λένε. Παντογνώστες. Όπως κι εγώ, χτες το πρωί.